ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΗΣΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

Η κατανάλωση ενέργειας παρουσιάζει συνεχή αύξηση με σοβαρές επιπτώσεις στην υποβάθμι- ση του περιβάλλοντος, στην εξάντληση των φυσικών πόρων, και κατά συνέπεια στην ποιότητα ζωής. Για την αντιμετώπιση όλων αυτών των επιπτώσεων, πρωταρχικό ρόλο διαδραματίζει η εξοικονόμηση ενέργειας, συμβάλλοντας αποτελεσματικά στην παγκόσμια οικονομία, στην κάλυψη των κοινωνικών και αναπτυξιακών αναγκών, αλλά και στην προστασία του περιβάλλο- ντος. Η εξοικονόμηση ενέργειας είναι ο πιο φθηνός, ενναλακτικός, ήπιος, καθαρός και άμεσος τρόπος αντιμετώπισης των σύγχρονων οικονομικών και ενεργειακών αναγκών.

Στην Ελλάδα, ο κτηριακός τομέας (οικιακός και τριτογενής), συμμετέχει σε ποσοστό 40% στο ενεργειακό ισοζύγιο και σε ποσοστό 65% στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας. Λόγω της υψηλής συμμετοχής των κτηρίων στην κατανάλωση ενέργειας και κυρίως στον ηλεκτρισμό, τα κτήρια συμμετέχουν ετησίως στις εκπομπές ρύπων CO2 σε ποσοστό άνω του 43%.

Ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης της κατανάλωσης ενέργειας στα ελληνικά κτήρια ανέρχεται στο 6%, ενώ ο αντίστοιχος ρυθμός αύξησης για το σύνολο της καταναλισκόμενης ενέργειας στην Ελλάδα είναι περίπου 2%. Παράλληλα, η απαιτούμενη εγκατεστημένη ισχύς για την κάλυ- ψη των φορτίων αιχμής κυρίως κατά τους θερινούς μήνες (λόγω κλιματισμού), αυξάνεται συ- νεχώς με μέσο ετήσιο ρυθμό τα 400 MW, γεγονός που συνεπάγεται την αναγκαιότητα για έναν επιπλέον σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ετησίως.

Στη χώρα μας οι δυνατότητες εξοικονόμησης ενέργειας στον κτηριακό τομέα είναι ιδιαίτερα υψηλές και μπορούν να υλοποιηθούν σχετικά εύκολα με την εφαρμογή κατάλληλων μέτρων.

Πρέπει να επισημανθεί ότι το 70% των ελληνικών κτηρίων δεν είναι θερμομονωμένα, ενώ ταυτόχρονα το μεγαλύτερο ποσοστό από αυτά έχουν κακή αεροστεγανότητα και παλιάς τεχνολογίας ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις (θέρμανσης, ψύξης, φωτισμού κ.ά.). Η σημερινή υψηλής ενεργειακής απόδοσης τεχνολογία χρήσης και διαχείρισης ενέργειας, μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην εξοικονόμησή της στα κτήρια.

 

 

A. ΤΟ ΠΡΟΣΦΑΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΚΤΗΡΙΩΝ

  • Ο κανονισμός θερμομόνωσης θεσπίστηκε στην Ελλάδα το 1979 και έγινε απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση οικοδομικής άδειας το 1980. Έως τότε αφενός μεν η θερμομόνωση στα κτήρια ήταν προαιρετική, αφετέρου η τεχνολογία και η γνώση των μονωτικών υλικών και των τεχνικών εφαρμογής δεν ήταν ανεπτυγμένες. Επομένως το μεγαλύτερο ποσοστό των σπιτιών ήταν και είναι αμόνωτο.
  • Από το 1980 εξαιτίας του κανονισμού θερμομόνωσης, τα κτήρια άρχισαν να μονώνονται με υλικά αμφίβολων ιδιοτήτων, κυρίως όσον αφορά στο χρόνο ζωής τους με αποτέλεσμα τη μη διατήρηση των θερμομονωτικών τους ιδιοτήτων (συντελεστής θερμικής αγωγιμότητας, μηχανικές αντοχές). Ο τρόπος εφαρμογής ήταν ελλιπής (πολλές θερμογέφυρες, εμφάνιση υγρασίας κτλ.) και κατά συνέπεια το ελληνικό κτήριο συνεχίζει να είναι δαπανηρό όσον αφορά στο θέμα της συντήρησής του. Ο μηχανικός ή ο ιδιοκτήτης προτιμούσε να ξοδέψει χρήματα για την κατασκευή του σπιτιού βάζοντας σε δεύτερη μοίρα το κόστος συντήρησής του. Κοντά στο τέλος της δεκαετίας του ‘80 άρχισαν να εμφανίζονται πιο προηγμένα υλικά με αντίστοιχες τεχνικές, γεγονός που συνέβαλε σε μικρό ποσοστό στην βελτίωση του προβλήματος, όχι όμως σε πολύ μεγάλο βαθμό.
  • Το ελληνικό σπίτι ακόμα και σήμερα εξακολουθεί να είναι δαπανηρό όσον αφοράστη συντήρησή του, αλλά και στην ενεργειακή κατανάλωση.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αφενός την λήψη ημίμετρων για τη αντιμετώπιση εκ των υστέρων των προβλημάτων που δημιουργούνται εσωτερικά, και αφετέρου την υπερβολική επιβάρυνση των ανθρώπων από βλαβερές ουσίες της ατμόσφαιρας και του περιβάλλοντος κάνοντας τη ζωή καθημερινά όλο και πιο δύσκολη.

 

B. ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ (ΠΕΑ) ΚΤΗΡΙΩΝ

Με βάση τον ΚΕΝΑΚ οι πωλήσεις και εκμισθώσεις κτηρίων θα πρέπει να συνοδεύονται με το αντίστοιχο ΠΕΑ.
Το ΠΕΑ απεικονίζει την ενεργειακή κατάταξη του κτηρίου με βάση το μοντέλο του κτηρίου αναφοράς. Εκδίδεται μετά από επιτόπια επίσκεψη και μελέτη Ενεργειακού Επιθεωρητή.

Το ΠΕΑ έχει την ακόλουθη μορφή: